Αντίθετους δρόμους «τράβηξαν» η Αστυπάλαια και η Νάξος μετά την έντονη σεισμική δραστηριότητα στη Σαντορίνη. Τα δυο νησιά μετακινήθηκαν κατά 2 και 2,8 εκατοστά αντίστοιχα, είπε σε επιστημονική εκδήλωση, που διοργάνωσε το Κέντρο Έρευνας Φυσικών Καταστροφών της Ακαδημίας Αθηνών, με θέμα «Διάλογοι για τη Σαντορίνη» ο διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο ο διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Θανάσης Γκανάς.
Είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα ηφαιστειακό παρατηρητήριο, τόνισε ακόμα ο κ. Γκανάς κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης όπου συμμετείχαν επιφανείς επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Παράλληλα, μια άλλη αξιοσημείωτη αλλαγή που επέφερε η σεισμική κρίση σύμφωνα με την καθηγήτρια Γεωλογικής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εύη Νομικού, ήταν αυτή που σημειώθηκε στην περιοχή του υποθαλάσσιου ηφαίστειου του Κολούμπο, το οποίο όπως επισήμανε βυθίστηκε κατά 19 εκατοστά.
Σεισμική κρίση στη Σαντορίνη: O μηχανισμός λειτούργησε σαν μηχανή του εσπρέσο
Αίσθηση μετά τις ενδιαφέρουσες αυτές ανακοινώσεις προκάλεσαν και τα όσα είπε η Μαργαρίτα Σέγκου, διευθύντρια Ερευνών στο British Geological Survey. Περιγράφοντας πολύ συνοπτικά τον μηχανισμό που οδήγησε στην κρίση του περασμένου Φεβρουαρίου, η κ. Σέγκου τον παρομοίωσε τον μηχανισμό με μια μηχανή του εσπρέσο, σαν το τέλειο φυσικό παράδειγμα.
«Η κάψουλα του καφέ συμβολίζει έναν συγκεκριμένο χώρο, μια περιοχή. Βάζουμε την κάψουλα στη μηχανή. Μετά έρχεται με πίεση το θερμό νερό, κυκλοφορεί στην κάψουλα και δημιουργεί μια υπερ-πίεση. Τη στιγμή αυτή τα ενδεχόμενα είναι δύο: ή η ακίδα της μηχανής θα ανοίξει μια τρύπα στην κάψουλα δημιουργώντας μια έξοδο για το υγρό. Ή η υπερ-πίεση θα συνεχιστεί, με αποτέλεσμα η μηχανή να σπάσει. Αυτή η πίεση, η οποία δεν εκτονώθηκε, είναι αυτή που προκάλεσε τα 5 Ρίχτερ τις πρώτες ημέρες της κρίσης» εξηγεί η Μαργαρίτα Σέγκου όπως αναφέρει η «Καθημερινή».
Στη συνέχεια, η διευθύντρια Ερευνών περιέγραψε πώς η κρίση της Σαντορίνης ξεδιπλώθηκε σε τέσσερις φάσεις. «Στην πρώτη φάση, έως την 1η Φεβρουαρίου, υπήρχαν σεισμικά γεγονότα, αλλά μειωμένα. Στη δεύτερη φάση, από 2 έως 5 Φεβρουαρίου, παρατηρείται μια έντονη αύξηση της σεισμικότητας, με σεισμούς έως 5 Ρίχτερ. Αιτία είναι η κατάτμηση των πετρωμάτων από την πίεση που ασκεί από κάτω το μάγμα. Στην τρίτη φάση, από 6 έως 10 Φεβρουαρίου, πραγματοποιείται μετακίνηση του μάγματος και αυξημένα σεισμικά επεισόδια. Τέλος, στην τέταρτη φάση, από 11 έως 14 Φεβρουαρίου, αρχίζει και γίνεται περισσότερο αντιληπτή από τους ρυθμούς της σεισμικότητας ότι υπάρχει εμπλοκή και των ρηγμάτων της περιοχής».
Γκανάς: «Ήμασταν τυχεροί γιατί η περιοχή μελετάται πολλά χρόνια»
Ο κ. Γκανάς από την πλευρά του αναφέρθηκε στις σεισμοτεκτονικές διεργασίες στην ευρύτερη περιοχή. «Κάθε χρόνο η Σαντορίνη και η Αμοργός μετακινούνται κατά 4,5 χιλιοστά προς τα βορειοανατολικά και η Αστυπάλαια με την Ανάφη προς τα νοτιοδυτικά και ταυτόχρονα μετατοπίζονται και οριζόντια. Χάρη στην κρίση του Φεβρουαρίου, η Αστυπάλαια μετακινήθηκε κατά 2 εκατοστά προς τα νοτιοανατολικά, ενώ η Νάξος κατά 2,8 εκατοστά προς τα βόρεια-βορειοδυτικά. Η Άνυδρος, όπως προκύπτει από τα δορυφορικά δεδομένα, μετακινήθηκε κατά 14 εκατοστά προς τα δυτικά και βυθίστηκε κατά 12 εκατοστά, καθώς βρέθηκε στο επίκεντρο της ηφαιστειακής-τεκτονικής δραστηριότητας». Όπως ανέφερε, ο μέγιστος σεισμός στην περιοχή ήταν 5,3 Ρίχτερ, ωστόσο το δυναμικό των υποθαλάσσιων ρηγμάτων μπορεί να φθάσει στα 7,1 Ρίχτερ (+/- 0,3).
«Ήμασταν τυχεροί γιατί η περιοχή μελετάται πολλά χρόνια. Έτσι γνωρίζαμε τα ρήγματα – υπάρχουν περιπτώσεις που γίνεται ένας υποθαλάσσιος σεισμός και αναρωτιόμαστε πού ακριβώς έγινε. Και επειδή έχουν γίνει πολλές συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια και ωκεανογραφικές αποστολές στη Σαντορίνη, διαθέτουμε πολλά δεδομένα, παρότι εμείς ως χώρα δεν ευνοούμε τη θαλάσσια έρευνα», εξηγεί στην «Καθημερινή» η καθηγήτρια Γεωλογικής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εύη Νομικού. «Επιπλέον ήμασταν τυχεροί γιατί στις 24 Δεκεμβρίου, στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος, τοποθετήσαμε υποθαλάσσιους σεισμογράφους και αισθητήρες μετακίνησης του πυθμένα. Οι συσκευές αυτές μας έδειξαν ότι η περιοχή του Κολούμπο βυθίστηκε κατά 19 εκατοστά, μια καταγραφή που συμφωνεί με τα δεδομένα που προέρχονται από την ξηρά».
Οι επιστήμονες που συμμετείχαν στην εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών ανέλυσαν το πώς λειτούργησαν οι μαγματικοί θάλαμοι που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Σαντορίνης. «Συνθέτοντας όλα τα δεδομένα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι επαναλαμβανόμενοι σεισμοί είχαν ως αιτία μια “φλέβα τροφοδοσίας”, τη μετακίνηση ρευστών από βαθύτερους μαγματικούς θαλάμους προς την επιφάνεια, μια κίνηση που μετακίνησε τα ρήγματα και προκάλεσε τους σεισμούς. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν καθαρά τεκτονικοί οι σεισμοί».