Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, συγκέντρωνε τους Ευρωπαίους νατοϊκούς συμμάχους και τους καλούσε να αντισταθούν στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
«Να είστε καλοί με τους συμμάχους σας», έλεγε ένας κορυφαίος Αμερικανός διπλωμάτης, ο Νίκολας Μπερνς, όταν καλούνταν να παρουσιάσει τον τρόπο χάρη στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες κέρδιζαν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για ισχύ και ευημερία.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει όμως σαφώς διαφορετική άποψη, όπως τονίζει ο Στίβεν Ερλάνγκερ σε ανάλυσή του στους New York Times.
Ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν κρύβει την εχθρική του στάση απέναντι στην Ευρώπη. Στον αντίποδα, παρουσιάζεται να βλέπει τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ ως οικονομικούς ανταγωνιστές και ως γεωπολιτικά παράσιτα. Και η απόφασή του να επιβάλει δασμούς -το ύψος των οποίων προσδιόρισε με αμφιλεγόμενο τρόπο- σε εταίρους, μεταξύ των οποίων, η Ουκρανία, αλλά όχι στη Ρωσία ή τη Βόρεια Κορέα, είναι ενδεικτική, σύμφωνα με τον Ερλάνγκερ, της προθυμίας του να διασπάσει τη διατλαντική συμμαχία, χάρη στην οποία όμως διασφαλίστηκε η ειρήνη στην Ευρώπη τα τελευταία 80 χρόνια.
Οι δασμοί που ανακοινώθηκαν -εάν συνδυαστούν με την απαίτηση του Τραμπ να ξοδεύουν οι χώρες του ΝΑΤΟ το 5% του ΑΕΠ τους για την Αμυνα, αλλά και με την επιθυμία του να καταλάβει εδάφη της νατοϊκής Δανίας, τη Γροιλανδία– έρχονται να προκαλέσουν μακροπρόθεσμη ζημιά στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη οι οποίες δεν αναμένεται ποτέ τους να αποκατασταθούν πλήρως, σύμφωνα με τον Στίβεν Ερλάνγκερ.
«Διασπάται ο πυρήνας του δυτικού κόσμου»
«Οι δασμοί τροφοδοτούν νέες ανησυχίες στην Ευρώπη πως οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ είναι ένας εταίρος που δεν μπορεί να εμπιστευτεί κανείς με κανέναν τρόπο», δηλώνει ο οικονομολόγος Γκούντραμ Βολφ, πρώην διευθυντής του γερμανικού ερευνητικού ιστιτούτου DGAP. «Αυτό ανατρέπει 80 χρόνια μεταπολεμικής ιστορίας, κατά τα οποία η διατλαντική συμμαχία αποτέλεσε τον πυρήνα του δυτικού κόσμου και του παγκόσμιου πολυμερούς συστήματος».
Η προσπάθεια του Τραμπ να μετασχηματίσει την παγκόσμια τάξη φαίνεται επίσης να ωφελεί τη Ρωσία, τον κύριο ανταγωνιστή του ΝΑΤΟ, αποδυναμώνοντας ενδεχομένως τους αντιπάλους του Κρεμλίνου στην υπόλοιπη Ευρώπη, αν και η κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου την Παρασκευή έπληξε και τη Ρωσία.
«Δεν φαίνεται να υπάρχει τάξη στην αταξία», δήλωσε την Πέμπτη η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. «Δεν υπάρχει ξεκάθαρος δρόμος στην πολυπλοκότητα και το χάος που δημιουργείται, καθώς πλήττονται όλοι οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ» και «οι πιο ευάλωτοι πολίτες».
Εκπληκτοι οι Ευρωπαίοι
Οι Ευρωπαίοι συνειδητοποιούν πια όλο και περισσότερο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, ενθαρρυμένος από τους συμβούλους που έχει δίπλα του κατά τη δεύτερη θητεία του, σκοπεύει να κάνει πράξη τις προθέσεις του να απομακρύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την Ευρώπη. Ομως «η ένταση, η ταχύτητα, η επιθετικότητα και ο ιμπεριαλισμός» της νέας αμερικανικής διοίκησης «προκάλεσε έκπληξη σε κάποιους», δηλώνει ο Μαρκ Λέοναρντ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων-ECFR.
Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκτιμούσαν ότι θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τις απαιτήσεις του Τραμπ με συναλλακτικές μεθόδους, όπως θα ήταν για παράδειγμα η αγορά περισσότερων όπλων και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ αλλά και μέσα από έναν μεγαλύτερο επιμερισμό των βαρών.
Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων ωστόσο, η άνιση επιβολή δασμών από την κυβέρνηση Τραμπ στη Βρετανία και στην Ευρωπαϊκή Ενωση καθώς και η απαίτηση της πλευράς Τραμπ να της δοθεί ο έλεγχος των ουκρανικών ορυκτών, αποκάλυψαν τα όρια αυτής της συναλλακτικής προσέγγισης.
Ο κίνδυνος για την Ε.Ε.
«Η πρόκληση για την Ευρώπη θα είναι να αντιμετωπίσει μια Αμερική-αρπακτικό που θα είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει την ευαλωτότητα των συμμάχων προκειμένου να τους εκβιάσει ώστε να επιτύχει συμφωνίες είτε για τα ορυκτά στην Ουκρανία, είτε για την προσάρτηση της Γροιλανδίας στις ΗΠΑ, είτε για να χωρίσει τη Βρετανία από την Ε.Ε. συνάπτοντας μαζί τους διαφορετικές εμπορικές συμφωνίες», όπως εξηγεί ο Λέοναρντ.
Προς το παρόν, η Ευρωπαϊκή Ενωση μένει ενωμένη, σε μεγάλο βαθμό επειδή ο Τραμπ επέβαλε τους ίδιους δασμούς -20%- και στα 27 κράτη μέλη της, μεταξύ των οποίων και σε πιο φιλικές ιδεολογικά χώρες προς τον Αμερικανό πρόεδρο όπως είναι η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Ιταλία. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον μπορεί επίσης να επιλέξει να επιβάλει διαφοροποιημένους δασμούς σε επιμέρους τομείς για να αυξήσει την πίεση έναντι μεμονωμένων χωρών, όπως η Δανία.
Υπάρχει η γενική παραδοχή ότι οι δασμοί αποτελούν προοίμιο μιας συμφωνίας, όπως υπονόησε ο γιος του Τραμπ, Ερικ, σε μήνυμά του στο X: «Δεν θα ήθελα να είμαι η τελευταία χώρα που θα προσπαθήσει να διαπραγματευτεί εμπορική συμφωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ», έγραψε, προσθέτοντας: «Ο πρώτος που θα διαπραγματευτεί θα κερδίσει – ο τελευταίος θα χάσει».
Η Σοφία Μπες, Γερμανίδα αναλύτρια στο Carnegie Endowment στην Ουάσιγκτον, βλέπει δύο θεμελιωδώς διαφορετικά μηνύματα να έρχονται από την κυβέρνηση Τραμπ. «Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτή είναι μια προσφορά για διαπραγμάτευση ή αν όντως θέλουν να αναπλάσουν τον κόσμο», αναφέρει η ίδια. «Διαφορετικοί άνθρωποι γύρω από τον Τραμπ επιδιώκουν διαφορετικά πράγματα».
Τα ζητήματα των δασμών και της ασφάλειας είναι, σύμφωνα με την Μπες και άλλους αναλυτές, ενδεικτικά της προθυμίας του Τραμπ να χρησιμοποιήσει την αμερικανική ισχύ ωμά εναντίον των φίλων, των οικονομιών τους και των φτωχών, οι οποίοι θα υποφέρουν περισσότερο από τον πληθωρισμό και τους υψηλότερους φόρους κατανάλωσης.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επιχείρησε να είναι καθησυχαστικός στις Βρυξέλλες προ ημερών, σε συνάντηση με τους ομολόγους του του ΝΑΤΟ, ωστόσο δεν παρέλειψε να στείλει και προειδοποιητικά μηνύματα. Αρχικά, κατήγγειλε την «υστερία και την υπερβολή» των ΜΜΕ και επέμεινε ότι ο Τραμπ υποστηρίζει τη νατοϊκή συμμαχία και ότι είναι δεσμευμένος ως προς τη συλλογική άμυνα. «Ο πρόεδρος Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι υποστηρίζει το ΝΑΤΟ», διαβεβαίωσε ο Ρούμπιο. «Θα παραμείνουμε στο ΝΑΤΟ», τόνισε.
Ωστόσο, όχι σε ένα οποιοδήποτε ΝΑΤΟ, όπως επισημαίνει στην ανάλυσή του ο Στίβεν Ερλάνγκερ.
Ο Τραμπ περιμένει από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν την κύρια ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια και για την ασφάλεια της Ουκρανίας, καθώς η Αμερική στρέφεται προς την Ασία.
Ωστόσο, ο οικονομικός αντίκτυπος των δασμών, που αναμένεται να προκαλέσει πληθωρισμό και υποχώρηση της ανάπτυξης, πρόκειται να καταστήσει πιο δύσκολο για τους Ευρωπαίους συμμάχους το να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες, με σημείο αναφοράς πια τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ που θα εξετάσει το ΝΑΤΟ στη σύνοδο κορυφής του Ιουλίου ή του 5% που έχει απαιτήσει ο Τραμπ.
Για τη Γερμανία ο αντίκτυπος θα είναι σημαντικός, με τον υπουργό Οικονομικών, Γιοργκ Κούκις να εκτιμά ότι οι γερμανικές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μειωθούν κατά 15%. Η Γερμανία, από την πλευρά της, θα συνεχίσει να προσπαθεί να διαπραγματευτεί καλύτερους όρους με την Ουάσιγκτον, ακόμη και αν οι Βρυξέλλες προβούν σε δυναμικά, αν και προσεκτικά, αντίποινα. Παρόλα αυτά, το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο εκτιμά πως το πιθανό κόστος των δασμών, μόνο για τη Γερμανία, θα ανέλθει σε περίπου 200 δισ. ευρώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Οι Ευρωπαίοι θα αναζητήσουν άλλες αγορές και θα συνάψουν νέες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, υποστηρίζει η Μάγκι Σουίτεκ, οικονομολόγος και διευθύντρια ερευνών στο Ινστιτούτο Milken. «Υπάρχει ακόμα περιθώριο συνεργασίας με τις ΗΠΑ και με τις αμερικανικές εταιρείες», σημειώνει η ίδια.
Ωστόσο για τη Μόσχα, το δασμολογικό πλήγμα που εξαπέλυσε ο Τραμπ κατά των συμμάχων των ΗΠΑ, αποτελεί ακόμη ένα δώρο, σύμφωνα με τον Ερλάνγκερ.
Ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ δεν έκρυψε τη χαρά του για τη ζημιά που προκλήθηκε. Επικαλούμενος μια παλιά κινεζική παροιμία, ανέφερε ότι η Ρωσία «θα κάθεται δίπλα στο ποτάμι, περιμένοντας να επιπλεύσει το πτώμα του εχθρού. Το σάπιο πτώμα της οικονομίας της Ε.Ε.».
Πηγή: New York Times