Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Ιωάννης: Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος μας άφησε πολύτιμη κληρονομιά στην παιδεία και την υγεία

 
mitropolitis korytsas ioannis

Πηγή Φωτογραφίας: ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Ενημερώθηκε: 03/04/25 - 19:05

Ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Ιωάννης μίλησε στο ΕΡΤNews και στην Ελίνα Κολύβα, για τις σπουδές του στη θεολογική σχολή της Βοστώνης, για την επιστροφή του πίσω στην Αλβανία, για την μεγάλη προσφορά του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου στην Εκκλησία αλλά και το πώς μπορεί η Εκκλησία να αγγίξει τη νέα γενιά.

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Τι σας ενέπνευσε να αφιερώσετε τη ζωή σας στην Ορθοδοξία και την Ιεραποστολή;

«H πρώτη επαφή μου με το ευαγγέλιο ήταν στην Τρίτη Λυκείου. Ένας φίλος του αδερφού μου μού έδωσε ένα βιβλίο στα γαλλικά. Αυτός δεν γνώριζε τι βιβλίο ήταν. Εγώ μόλις είχα μάθει γαλλικά. Όταν διάβασα το Ευαγγέλιο αισθάνθηκα κάτι μέσα μου που είναι δύσκολο να το περιγράψει κανείς.

Μεγάλωσα σε μία πολύτεκνη οικογένεια με οκτώ παιδιά. Εγώ ήμουν ο μικρότερος. Όταν ήμουν μικρό παιδί, ήμουν χαρούμενος. Οι μεγάλες οικογένειες προσφέρουν χαρά στα παιδιά. Μεγαλώνοντας, όμως, η χαρά σαν να απομακρύνεται λιγάκι. Αρχίζεις να ενδιαφέρεσαι για άλλα πράγματα.

Ενδιαφέρεσαι περισσότερο για βιβλία φιλοσοφίας, ιστορίας και όταν διάβασα το Ευαγγέλιο αισθάνθηκα κάτι στην ψυχή μου, όχι ξένο, κάτι άλλο. Μου επέστρεψε πάλι η πρώτη χαρά και αυτό άλλαξε όλη μου την ζωή.

Κάποιες φορές είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις πως συμβαίνουν τα πράγματα, διότι εμείς δεν μπορούμε να καταλάβουμε και να εξηγήσουμε όλα. Ίσως μπορέσουμε να τα καταλάβουμε, όπως τα εξηγώ τώρα.

Ο τρόπος με τον οποίο είχε γραφεί το Ευαγγέλιο, τα απλά λόγια του Κυρίου με έπεισαν για την αλήθεια. Αλλά περισσότερο απ’ όλα με έπεισε η μεγάλη αλλαγή που αισθάνθηκα μέσα μου, όταν διάβασα το Ευαγγέλιο.

Η επαφή με το Ευαγγέλιο ήταν η πρώτη μου πίστη. Μεγαλώσαμε σε μία εποχή όπου δεν μπορούσε κάποιος να εκφράσει την πίστη του. Μάλιστα, απαγορευόταν δια του νόμου και αν σε έπιαναν με ένα θρησκευτικό βιβλίο, σε κατηγορούσαν για προπαγάνδα κατά της εξουσίας και η ελάχιστη ποινή ήταν οκτώ χρόνια φυλάκιση.

Έτσι, η χαρά που ένιωσα εγώ με ώθησε να την μοιραστώ και με άλλους παρά το γεγονός ότι ήταν πολύ επικίνδυνο εκείνη την εποχή να μοιραστείς μία τόσο καλή είδηση. Έτσι η ζωή μου άλλαξε. Μου γεννήθηκε η επιθυμία να μάθω ακόμα περισσότερα γύρω από την πίστη και την Ορθόδοξη Εκκλησία, παρόλο που εκείνη την εποχή ήταν πολύ δύσκολο να βρεις τέτοια βιβλία, αλλά έναν δρόμο που ανοίγει ο Θεός , οι άνθρωποι δεν μπορούν να τον κλείσουν. Και, όπως λέει,  ο Κύριος στην Αποκάλυψη «Εγώ είμαι αυτός που ανοίγει και κανείς δεν μπορεί να κλείσει».

Φύγατε από την Αλβανία πριν την πτώση του κομμουνισμού και πήγατε στην Ιταλία και από εκεί στην Αμερική. Περιγράψτε μας την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Αλβανία και γιατί πήρατε την απόφαση να φύγετε; Πριν φύγετε βαφτιστήκατε εδώ στην Αλβανία.

Η περίοδος που ήρθα σε επαφή με το Ευαγγέλιο, ήταν ίσως μακράν η δυσκολότερη όσον αφορά την καταπίεση του κομμουνιστικού καθεστώτος προς τις θρησκευτική πίστη και οποιασδήποτε άλλης ελεύθερης σκέψης που μπορεί αν είχαν οι άνθρωποι. Η κατάσταση ήταν πολύ επιβαρυμένη απ’ έξω. Ήταν μία μεγάλη καταστροφή όχι απλά πνευματική, αλλά και οικονομική.  Όμως, η μεγαλύτερη καταστροφή ήταν η πνευματική, καθώς τα τείχη μπορεί να τα χτίσει κανείς ξανά, αλλά αν καταστρέψεις την ψυχή του ανθρώπου, είναι πολύ δύσκολο να αποκατασταθεί. Κυριαρχούσε μεγάλος φόβος, διότι για κάθε λέξη, μπορούσες να καταδικαστείς. Η απουσία της ελευθερίας, η απουσία δυνατότητας άσκησης της πίστης, αναμφίβολα ώθησε κάποιους ανθρώπους να βρουν έναν τρόπο να φύγουν.

Η φυγή ήταν πολύ δύσκολη, γιατί όλη η Αλβανία είχε μετατραπεί σε μία μεγάλη φυλακή με φρουρούς. Ήταν πολύ δύσκολα, αλλά όχι απλά δύσκολα, διότι η δίωξη αφορούσε όλη την οικογένεια. Ακόμη και τα δεύτερα και τρίτα ξαδέρφια υπέφεραν τις συνέπειες, αν κάποιος έκανε κάτι.

Η επιθυμία να ασκήσω ελεύθερα την πίστη μου, με ώθησε να βρω έναν τρόπο περί τα τέλη της εποχής του κομμουνιστικού καθεστώτος να φύγω από την Αλβανία προς την Ιταλία, όπου έμεινα για πέντε, έξι μήνες και από εκεί στις ΗΠΑ.

Μου χορηγήθηκε VISA και πράσινη κάρτα στην Ιταλία και μου δόθηκε η δυνατότητα να σπουδάσω στην Αμερική. Αυτή άλλωστε ήταν η μεγάλη μου επιθυμία για πολλά χρόνια. Δεν είχα σκεφτεί την Αμερική. Περισσότερο σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να πάω σε γειτονικές χώρες. Και όπως είπα προηγουμένως, η μεγάλη χαρά από την ανάγνωση του Ευαγγελίου με έκανε να θέλω να προσφέρω κάτι.

Αναπολούσα πάντοτε τους στίχους του ψαλμού «Τι μπορώ να προσφέρω στο θεό για τα καλά που έκανε για εμένα». Η ευγνωμοσύνη που νιώθω στην ψυχή, δεν μπορεί να μείνει μόνο ως αίσθημα, χρειάζεται να κάνεις κάτι στην πράξη. Και αυτό έρχεται φυσιολογικά. Εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να το σκεφτώ, όπως τώρα, αλλά μετά από μερικά χρόνια αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι και τον λόγο. Μέσα μου υπήρχε πάντα η επιθυμία να σπουδάσω προκειμένου να βοηθήσω την εκκλησία με ό,τι μπορούσα, εάν ξαναλειτουργούσε, διότι μέχρι τότε δεν λειτουργούσε.  

Πείτε μας για τις σπουδές σας στη θεολογική σχολή της Βοστώνης και γιατί επιστρέψατε πίσω στην Αλβανία;

Σπούδασα στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης με υποτροφία που μου δόθηκε από την Αλβανική Αρχιεπισκοπή στην Αμερική. Τότε τους είπαν ότι αν ανοίξει ξανά η Εκκλησία στην Αλβανία, θα επιστρέψω. Δεν θα παραμείνω στην Αμερική. Αυτοί σκέφτηκαν ότι όποιος έρχεται στην Αμερική δεν επιστρέφει πίσω, πολύ δε περισσότερο έχοντας υπόψιν την δύσκολη κατάσταση που επικρατούσε στην Αλβανία.

Σπούδασα στην Βοστώνη, έκανα μεταπτυχιακό στην Θεολογία και ένα ακόμη υψηλότερου επιπέδου στην Θεολογία και όταν ολοκλήρωσα τις σπουδές, ίσως ένα χρόνο πριν ολοκληρώσω τις σπουδές μου, ήρθα σε επαφή με τον Αρχιεπίσκοπο (Αναστάσιο) μέσω του Μητροπολίτη Δημητρίου, που τον είχα καθηγητή της Παλαιάς Διαθήκης,  ο οποίος μου μίλησε για τον Αρχιεπίσκοπο, μου μίλησε για το έργο του στην Ελλάδα και την Αφρική.

Ήρθα σε επαφή με τον Αρχιεπίσκοπο (Αναστάσιο). Του είπα ότι «όταν ολοκληρώσω τις σπουδές μου, θα επιστρέψω πίσω». Χάρηκε. Με συνεχάρη. Μάλιστα, με κάλεσε και στην ενθρόνισή του που έγινε στα Τίρανα το 1992. Και ο λόγος που επέστρεψα ήταν ακριβώς αυτός.

Αυτή είναι η χώρα που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Η ιστορία της θρησκείας μας διηγείται ότι οι άνθρωποι πάνε σε άλλες χώρες. Ο Αρχιεπίσκοπος ήρθε εδώ, σε μία πολύ δύσκολη περίοδο για να ασκήσει το ποιμαντικό του έργο. Η διαποίμανση δεν είναι εύκολη. Εξάλλου, η σκέψη που έκανα ήταν ότι για την Αμερική, ένας ιερέας περισσότερος, ένα λιγότερος, δεν κάνει την διαφορά. Η Αμερική δεν με  χρειαζόταν, αλλά η Αλβανία είχε μεγάλη ανάγκη.

Έτσι επέστρεψα το 1993. Έμεινα μέχρι το 1995, όπου και πήγα ξανά στην Αμερική για περαιτέρω σπουδές και στην συνέχεια επέστρεψα στην Αλβανία για πάντα. Από εκείνη την ημέρα είμαι εδώ. Ύστερα από τριάντα και πλέον χρόνια, πιστεύω ότι η απόφαση αυτή ήταν σωστή.

Δεν θα έλεγα ότι στην Αμερική θα γινόταν μία μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου. Ο τρόπος ζωής μας είναι ο ίδιος είτε βρισκόμαστε στην Αμερική, είτε εδώ, είτε στην Αφρική, είτε σε κάποια άλλη χώρα. Εδώ υπήρχε η δυνατότητα να προσφέρω περισσότερα. Επί τριάντα δύο έτη βρισκόμουν στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου (Αναστασίου. Μαζί προσπαθήσαμε να προσφέρουμε όσα περισσότερα μπορούσαμε. Αποτελούσε υπόδειγμα για όλους τους εδώ κληρικούς, ένα παράδειγμα για το πώς πρέπει να είναι ένας ορθόδοξος κληρικός. Και μέχρι σήμερα βρίσκομαι σε αυτόν το τόπο.

Αποκαλύψατε σε παλαιότερη συνέντευξη σας ότι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος σας είχε εξομολογηθεί ότι επιθυμούσε να τον διαδεχθείτε. Τι σας είχε πει;

Η ιστορία έχει ως εξής. Όταν επέστρεψα άρχισα να διδάσκω στην Θεολογική Ακαδημία. Αργότερα, έγινα πρύτανης. Μου άρεσε να διδάσκω. Το 1998 που θα ιδρυόταν η Ιερά Σύνοδος είχα μία μακρά συζήτηση με τον Αρχιεπίσκοπο (Αναστάσιο), ο οποίος με έπεισε ότι η Εκκλησία χρειάζεται την Ιερά Σύνοδο και η Σύνοδος χρειάζεται Επίσκοπο. Δεν είχα κάποια ιδιαίτερη επιθυμία. Μου άρεσε πολύ  διδασκαλία. Αλλά εμείς δεν είμαστε εδώ για την άνεσή μας, δεν πρέπει να συμπεριφερόμαστε ως χαϊδεμένα παιδιά.

Ανέλαβα Μητροπολίτης Κορυτσάς. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό μου αυτός ο νέος μου ρόλος. Πριν από δέκα χρόνια έγινε η πρώτη συζήτηση με τον Αρχιεπίσκοπο (Αναστάσιο) ο οποίος μου είπε, χωρίς να εκφραστεί ξεκάθαρα, ότι σιγά, σιγά θα έπρεπε να αναλάβω κάποιες ευθύνες στην Εκκλησία.

Αρχικά, για να πω την αλήθεια, ήμουν κάπως διστακτικός, επειδή ο θρόνος του Αρχιεπισκόπου, όπως είναι κατανοητό, έχει μεγάλη ευθύνη. Ο θρόνος του Αρχιεπισκόπου, έλεγε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος,  στην Αλβανία δεν είναι ένας θρόνος δόξας, αλλά ένας θρόνος σταυρού και η ανάληψη του σταυρού δεν είναι εύκολο πράγμα. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο και ειδικά κατά την τελευταία δεκαετία μου το επαναλάμβανε το ίδιο θέμα. Πριν δύο χρόνια, του είπα για πρώτη φορά, «αν αυτή είναι η βούληση του Κυρίου και αν εγώ πρέπει να επιλέξω, δεν θα πω όχι, δεν θα αρνηθώ».

Όμως και πάλι παραμένει ένα μεγάλο φορτίο, αλλά ο Κύριος είναι πάντα ελπίδα και όπως λέει ο προφήτης Ησαΐας « Ο Κύριος είναι αυτός που στους κουρασμένους δίνει δύναμη και στεριώνει τους αδύνατους». Με αυτή την ελπίδα ευελπιστούμε ότι θα κρατήσουμε αυτό το φορτίο.

Ποια θεωρείτε ότι ήταν η μεγαλύτερη προσφορά του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου στην Εκκλησία;

Ο Αρχιεπίσκοπος κατέβαλε προσπάθειες και είχε εξαιρετική συμβολή σε όλους τους τομείς. Κατόρθωσε να αναστηλώσει τις υποδομές της Εκκλησίας. Αλλά εγώ πιστεύω ότι η σημαντικότερη προσφορά του δεν ήταν απλά η ανοικοδόμηση κτιρίων, αλλά η διάδοση ενός θετικού πνεύματος στους κόλπους της Εκκλησίας,  η διάδοση ενός πνεύματος συμφιλίωσης, σεβασμού για κάθε άλλο άνθρωπο, οποιοσδήποτε και να είναι αυτός. Τόνιζε πάντα ότι αν ένας Επίσκοπος, δεν παραμείνει διάκονος, δεν μπορεί να υπηρετήσει, γιατί εμείς σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου καλούμαστε να διακονήσουμε και όχι να διακονηθούμε. Αυτό το πνεύμα είναι το μεγαλύτερο δώρο που προσέφερε στην Εκκλησία μας.

Ποιος είναι ο ρόλος της Εκκλησίας στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων της Αλβανίας;

Ζούμε σε ένα περιβάλλον πολυθρησκευτικό. Έχουμε και άλλες θρησκευτικές κοινότητες και αναμφίβολα  πρέπει να έχουμε διάλογο με  αυτές. Δεν μιλούμε για θεολογικό διάλογο, αλλά έναν διάλογο συνύπαρξης. Ζούμε μαζί στον ίδιο τόπο και από κάθε διένεξη που μπορεί να προκύψει, είμαστε όλοι χαμένοι. Ο Αρχιεπίσκοπος (Αναστάσιος) είχε πολύ μεγάλη εμπειρία στον διάλογο με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες και αυτό βοήθησε στο να επικρατεί ένα πολύ θετικό κλίμα συνεργασίας.

Έχει συγκροτηθεί ένα Διαθρησκεϊκό Συμβούλιο όπου χειριζόμαστε κοινά ζητήματα, όπως θέματα ηθικής, δεοντολογίας, οικογενείας και πολλά άλλα.  Και η ειρηνική συνύπαρξή μας,  είναι προς όφελος όλων των κοινοτήτων. Από τις διαμάχες και τις διενέξεις είναι όλοι χαμένοι. Πρέπει να διαφυλάξουμε αυτή την συνύπαρξη, διότι δεν είναι δεδομένη.  

Κάθε θησαυρός πρέπει να φυλάσσεται, διότι μπορεί να χαθεί πολύ σύντομα. Οι προκάτοχοί μας κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να τον διαφυλάξουν.

Όταν ο Αρχιεπίσκοπος υπηρετούσε στην Εκκλησία μας όντας επικεφαλής της, ενθάρρυνε σε μεγάλο βαθμό αυτή την συνεργασία μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων και καθήκον μας είναι να συνεχίσουμε.

Ίσως αν μπορέσουμε να το πάμε και πιο πέρα. Να το αφήσουμε κληρονομιά στις επόμενες γενιές και όλοι έχουν να κερδίσουν από την συνεργασία και την κατανόηση.

Πώς βλέπετε τον ρόλο της Εκκλησίας στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων όπως η φτώχεια, η ανεργία και η μετανάστευση;  

Αναμφίβολα, η προτεραιότητα της Εκκλησίας είναι το Ευαγγέλιο της Βασιλείας για την διάδοση της χαρμόσυνης είδησης. Η Εκκλησία βλέπει τον άνθρωπο ως μία οντότητα ψυχοσωματική που σημαίνει ότι έχει ψυχή, αλλά έχει και ένα σώμα. Και έχει και διάφορες ανάγκες και εκκλησία δεν μπορεί να διαχωρίσει τον άνθρωπο από αυτές.  

Από τα πρώτα βήματά του ο Χριστιανισμός διακρίθηκε ακριβώς γι’ αυτό, για την βοήθεια προς τους αδύναμους ανθρώπους. Δεν μπορούμε να είμαστε αδιάφοροι. Πάντα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν ότι ο Χριστός δεν ήρθε να φτιάξει μία οικονομοκοινωνική τάξη ή μία πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ήρθε για κάτι πολύ πιο σημαντικό, διότι η φτώχεια που συναντάμε σε πολλές χώρες του κόσμου, η μοναξιά που συναντάμε ίσως σε όλες τις χώρες του κόσμου, αλλά και σε πλούσιες χώρες, προέρχεται από ηθικά αίτια. Εάν εμείς δεν είμαστε κοντά στους ανθρώπους για να διαδώσουμε το πνεύμα της ευσπλαχνίας, παγώνουμε την κοινωνία από το ψυχρό πνεύμα του εγωισμού, η οποία θα διαμελιστεί από την απάθεια και την αδιαφορία.

Καθήκον της Εκκλησίας είναι να κηρύττει με λόγια και με έργα. Δεν αρκεί να πούμε ότι λυπούμαστε τους φτωχούς. Το κάθε τι που λέγεται δεν είναι μόνο αίσθημα. Η συμπόνια δεν είναι μόνο αίσθημα. Αν ακούσουμε αυτούς τους ανθρώπους, αναμφίβολα θα προσπαθήσουμε να τους βοηθήσουμε. Οι άνθρωποι έχουν φυσικές ανάγκες, αλλά και μία αξιοπρέπεια. Η Εκκλησία θα πρέπει να είναι σε θέση να στηρίξει και άλλες ομάδες αντιμετωπίζοντάς τες με σεβασμό και να μην αποτελούν αντικείμενα ελεημοσύνης, αλλά να έχουν συμμετοχή στους πόρους ολόκληρου του πλανήτη.  Και ο  Κύριος προσέφερε αξιοπρέπεια σε κάθε άνθρωπο.

Η Εκκλησία έχει συμβάλει στην εκπαίδευση και την υγεία. Ποια είναι τα επόμενα σχέδια προς αυτή την κατεύθυνση;

Ο Αρχιεπίσκοπος (Αναστάσιος) μας άφησε πολύτιμη κληρονομιά στην παιδεία, στην υγεία. Αναφέρομαι σε αυτά που είπα προηγουμένως, ότι εμείς βλέπουμε τον άνθρωπο στο σύνολό του, όχι μόνο ως προς το πνεύμα του, αλλά προς όλες τις κατευθύνσεις, γιατί όλα είναι αλληλένδετα.

Η μία πλευρά επηρεάζει την άλλη. Ο Αρχιεπίσκοπος πάλεψε με όλες του τις δυνάμεις να δημιουργήσει ένα δίκτυο σχολείων και πολυϊατρείων για να βοηθήσει όλους τους ανθρώπους χωρίς καμία εξαίρεση.

Κατά την άποψή μας, καθήκον μας είναι να διατηρήσουμε αυτή την κληρονομιά. Και αν μπορέσουμε να την ενισχύσουμε αυτό βέβαια δεν εξαρτάται μόνο από εμάς, αλλά και από άλλες πηγές.

Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι αυτό που έχουμε θα πρέπει να το μοιραστούμε και με άλλους.

Η Εκκλησία δεν είναι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και για τους άλλους. Ένας χριστιανός δεν μπορεί να είναι μόνο για τον εαυτό, είναι και για τους άλλους και αυτό αποτελεί μέρος του κηρύγματός μας, με λόγια και με έργα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας έχει αναπτύξει σημαντικό φιλανθρωπικό έργο. Ποιες είναι οι προτεραιότητές σας σε αυτόν τον τομέα;

Από τις συζητήσεις που έκανα με τον Αρχιεπίσκοπο, στον τομέα αυτό επικεντρωνόμαστε στην βοήθεια, αλλά  αυτό δεν σημαίνει να περιοριστούμε απλά στην ελεημοσύνη. Να παροτρύνουμε τους ανθρώπους να συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια.

Να διατηρήσουμε την αξιοπρέπειά τους. Έχουμε οργανώσει συσσίτια για να βοηθήσουμε όσους έχουν ανάγκη σε όλες σχεδόν τις βασικές πόλεις, αλλά όπως είπα προηγουμένως δεν μπορούμε αυτά να τα αξιοποιήσουμε μόνο για τον εαυτό μας, διότι αν τα αξιοποιήσουμε για τον εαυτό μας, θα χαθούν.

Το φως που άναψε ο Χριστός είναι ένα φως που διατηρείται, εάν το μοιραστείς με τους άλλους. Εάν δεν το μοιραστείς με τους άλλους θα τρεμοσβήνει και τελικά θα σβήσει.

Προσπαθώντας για τους άλλους βοηθάμε και τον εαυτό μας, επειδή η Εκκλησία βλέπει πάντα τον άνθρωπο ως κοινωνικό ον και όχι ως απομονωμένο. Η βοήθεια έχει διπλή αξία, όχι μόνο υλική, αλλά και οικονομική, διότι φτωχοί δεν είναι εκείνοι που έχουν ανάγκη για υλικά αγαθά. Η μεγαλύτερη φτώχεια στις μέρες μας έγκειται στην έλλειψη των πνευματικών αγαθών.

Κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι και εκατομμυριούχοι, αλλά δεν είναι χαρούμενοι, δεν έχουν πνευματική ζωή, δεν έχουν σκοπό στη ζωή τους. Καθήκον της Εκκλησίας είναι να βοηθήσει όλους όσους είναι φτωχοί από οικονομικής, αλλά και πνευματικής άποψης, ώστε να έχουν μία πλούσια πνευματική ζωή. Και η έλλειψη πνευματικής ζωής οδηγεί στην έλλειψη πολιτισμένης και πολιτιστικής ζωής.

Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο κοσμικός, πώς μπορεί η Εκκλησία να αγγίξει τη νέα γενιά;

Θεωρώ ότι το θέμα με τους νέους είναι πολύ σημαντικό.  Είναι καθήκον να βρούμε τον τρόπο και να μιλήσουμε στην γλώσσα τους. Από την ταπεινή μου εμπειρία, έχω παρατηρήσει ότι πολλές φορές αντιμετωπίζουμε γλωσσικά προβλήματα. Άλλο λέμε εμείς και άλλο καταλαβαίνουν αυτοί.

Θα πω ένα μικρό παράδειγμα από την εξομολόγηση. Όταν  ακούς μία εξομολόγηση νέου και του λες ότι αμαρτάνει,  εξοργίζεται ή αδιαφορεί, διότι η λέξη «αμαρτία», είναι ιστορικά φορτισμένη, αλλά όταν του πεις ότι «κάτι δεν πάει καλά μέσα σου», τότε σε ακούει.

Βεβαίως, λες το ίδιο πράγμα. Η Εκκλησία πρέπει να καταλάβει την γλώσσα τους. Εμείς δεν μιλούμε μόνο στον εαυτό μας, γιατί αρκετές φορές κάνουμε μονόλογο. Εμείς πρέπει να κάνουμε διάλογο με αυτούς που έχουν απομακρυνθεί από την Εκκλησία και την πνευματική ζωή.

Για να κάνεις διάλογο με κάποιον πρέπει να γνωρίζεις την γλώσσα του. Και εγώ πιστεύω ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε διάλογο και αυτό θα βοηθήσει και εκείνους και εμάς.

Αν μπορούσατε να στείλετε ένα μήνυμα στους νέους που αναζητούν πίστη και ελπίδα, ποιο θα ήταν αυτό;

Με αγάπη και σεβασμό προς τους νέους, θα ήθελα να τους συμβουλέψω να βρουν έναν σκοπό στην ζωή τους, επειδή σε αυτό ακριβώς διαφέρει η σύγχρονη εποχή. Έχει χαθεί ο σκοπός της ύπαρξης.

Εάν κάποιος δεν έχει σκοπό ύπαρξης είναι πολύ δύσκολο να προσανατολιστεί στον σημερινό κόσμο. Η έλλειψη ενός σκοπού ύπαρξης εκφυλίζει τον άνθρωπο. Και η συμβουλή μου είναι ακριβώς αυτή. Να βρουν αυτόν τον σκοπό.

Ο σκοπός ύπαρξης βρίσκεται μόνο όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αντιλαμβάνεται βαθιά την πίστη του. Αν δεν υπάρχει Θεός,  επιτρέπονται τα πάντα και στον άνθρωπο μπορεί να συμβεί το οτιδήποτε. Η περίφημη φράση του Ντοστογιέφσκι, «Αν δεν υπάρχει Θεός, όλα επιτρέπονται».

Εμείς το βλέπουμε κάθε μέρα. Οι άνθρωποι δεν σταματούν μπροστά σε τίποτα. Αυτό δεν τους κάνει ευτυχισμένους στην ζωή τους. Σκοπός του ανθρώπου είναι να βρει την πνευματική του συνοχή. Να έχει μία πραγματική πνευματική στάση στην ζωή του. Γι’ αυτό και η συμβουλή μου για τους νέους είναι να μην χάσουν την ελπίδα της αιωνιότητας.

Για τον άνθρωπο υπάρχει ένα κάλεσμα πιο βαθύ, πέρα από την προσωρινή ζωή. Θα ήθελα να αναφερθώ και πάλι στον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα Ντοστογιέφσκι, ο οποίος έγραφε σε έναν φίλο του αυτά τα λόγια, τα οποία επιθυμώ να μεταφέρω στους νέους. «Κατέστρεψε στους ανθρώπους την έννοια της αιωνιότητας και η ζωή τους θα μαραζώσει». Με το μήνυμα αυτό, θέλω να ενθαρρύνω τους νέους πάντα με αγάπη και σεβασμό να προσπαθήσουν να βρουν τον σκοπό της ζωής τους.

Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο θαύμα που έχετε βιώσει στη ζωή σας;

Στην πνευματική μου πορεία, όπως κάθε άνθρωπος στην ζωή του, υπήρξαν ορισμένες σημαντικές στιγμές, αλλά η σημαντικότερη στιγμή, όπως ανέφερα εξαρχής, ήταν η επαφή μου με το Ευαγγέλιο.

Ευχαριστώ πάντα τον Κύριο, του εκφράζω την βαθιά μου ευγνωμοσύνη που μου έδωσε την δυνατότητα σε μία σκοτεινή περίοδο να βρω το φως.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ